ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ


Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στα ΝΔ της κοινότητας Μυροφύλλου και στα όρια των νομών Τρικάλων και Άρτας. Είναι χτισμένο σε ένα φυσικό άνδηρο ανάμεσα σε δύο παραποτάμους του Αχελώου. Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της μονής είναι άγνωστη. Κατά μια άποψη πρόκειται για τη μονή που ως « μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου εις Ασπροπόταμον? αναφέρεται σε χρυσόβουλο του έτους 1336, όπου και η αναφορά του Μυροφύλλου ως « Μυρόκοβο?. Η ιστορία του μοναστηριού αρχίζει επίσημα το 1618. Το έτος αυτό κτίστηκε ο ναός της Θεοτόκου στη θέση παλιότερου ναού που κάηκε και η ύπαρξη του οποίου τεκμηριώνεται από σωζόμενα λειτουργικά βιβλία του που τυπώθηκαν στα ενετικά τυπογραφεία του 16ου αιώνα. Ο ναός της Θεοτόκου με το παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών, που προστέθηκε σε αυτόν σε μεταγενέστερη οικοδομική φάση, αποτελούσε το καθολικό της μονής ως το 1815, οπότε και χτίστηκε το νέο καθολικό. Η ανέγερση του νέου καθολικού, αφιερωμένου στον Άγιο Γεώργιο, σηματοδοτεί μια νέα ιστορική περίοδο για τη μονή κατά την οποία επεκτείνεται ολόκληρο το μοναστηριακό συγκρότημα. Κτήτορας της νέας μονής, της οποίας η οικοδομική της ανάπτυξη ολοκληρώθηκε το 1836, φέρεται ο παπα-Κοσμάς από το Καρπενήσι. Ο παπα-Κοσμάς ήταν όπως φαίνεται από επιγραφές μέλος της ήδη υπάρχουσας μοναστικής κοινότητας, αν και άλλες πηγές τον αναφέρουν και ως αρχηγό ομάδας κλεφτών της περιοχής. Στην προσωπικότητα και την επαναστατική δράση του παπα-Κοσμά, στην ανεπιβεβαίωτη πληροφορία ότι η μονή κατά τη δεύτερή της φάση τουλάχιστον χτίστηκε με χρήματα της Φιλικής Εταιρείας και κυρίως στη γεωγραφική της θέση οφείλεται η εκτίμηση ότι το μοναστήρι αποτελούσε πολεμικό καταφύγιο των κλεφτών κατά του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η μονή που στην απογραφή του 1881 καταγράφεται με οκτώ μοναχούς διαλύθηκε την δεκαετία του 1930, τα κτήματά της πουλήθηκαν και υπήχθη στη μονή Γκούρας. Η κατολίσθηση του 1963 και ο σεισμός του 1967 επέφεραν καταστροφές στα κτίρια μονής και στον κεντρικό οικισμό του Μυροφύλλου. 

Το μοναστηριακό συγκρότημα αποτελείται από ένα μεγάλο τετράπλευρο οχυρωματικό περίβολο, στον οποίο εισέρχεται κανείς μέσω ενός πυλώνα. Εσωτερικά του περιβόλου αναπτύσσονται, διαδοχικά, τα κτίσματα του ναού του Αγίου Γεωργίου και του ναού της Θεοτόκου με το παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου είναι ένα μονόχωρο καμαροσκέπαστο κτίσμα, κατάγραφο με τοιχογραφίες, οι οποίες φιλοτεχνήθηκαν το 1869/70 από τους Σαμαριναίους ζωγράφους Αθανάσιο και Γεώργιο. Ο ναός του Γενεσίου της Θεοτόκου με το παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών βρίσκεται προσκολλημένος στη δυτική πτέρυγα της μονής. Είναι μονόχωρος και καλύπτεται με ημικυκλική καμάρα. Καταλαμβάνει το ισόγειο του κτίσματος ενώ πάνω από αυτόν διαμορφώνεται το μικρό παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών. Και οι δύο χώροι κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στα 1614/1622 και 1738 αντίστοιχα. 
Στη δυτική πτέρυγα της μονής διαμορφώνεται η τραπεζαρία, το αρχονταρίκι και άλλοι βοηθητικοί χώροι. Τελευταίες ανασκαφικές έρευνες σε θέση κοντά στη μονή έφεραν στο φώς θεμέλια ναού και νεκροταφείο της υστεροβυζαντινής περιόδου. Η τελευταία μελέτη κατασκευής του άνω ρού του Αχελώου προβλέπει τη διάσωση της μονής από την κατάκλιση.


                                                             Κρυστάλλω Μαντζανά
                                                                  Αρχαιολόγος

Ένα πέτρινο στολίδι στη θάλασσα των δέντρων.
Παιδί της Πίνδου και του Αχελώου το Μυροφυλλίτικο Μοναστήρι.
Ένα θαύμα της τέχνης των ταπεινών με βουνίσια θέληση ανθρώπων

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΩΡΓΗ ΣΤΟ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ
ΗΛΙΑ ΠΡΟΒΟΠΟΥΛΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ
Υπάρχει μία μεγάλη κατηγορία μνημείων που, ενώ συνεχίζουν να λειτουργούν αδιάλειπτα και όπως η Ιστορία τα έχει τάξει, να σηματοδοτούν και να σημαίνουν πολλά για τις τοπικές κοινωνίες που τα ίδρυσαν, δεν απασχόλησαν από ιδρύσεως της νεοελληνικής πολιτείας ποτέ κανέναν μισθωτό υπάλληλο του Κράτους με την ύπαρξή τους. Συνεχίζουν να "ταξιδεύουν" στον χρόνο χάρη στην φροντίδα και το ενδιαφέρον μόνο των λίγων ανθρώπων που έχουν απομείνει να φυλάνε χειμώνα καλοκαίρι τα κατάλοιπα των πατρογονικών εστιών.
Ένα από αυτά το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Μυρόφυλλο Τρικάλων, σε μία σπάνιας ομορφιάς τοπίο πάνω από τον Αχελώο, πρωτογίνεται γι' αυτό μνεία στο Χρυσόβουλο του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου, στα 1336 μ.Χ. Ερευνητές υποστηρίζουν ότι σ' αυτό το χώρο λειτούργησε Σχολή του Γένους, που την έκαψαν οι Τούρκοι για να εκδικηθούν τον Διονύσιο τον Φιλόσοφο. Αυτό μάλλον φαίνεται και από την χρονολογία κτίσεως της εκκλησίας της Παναγίας, 1614, μιας μονόχωρης βυζαντινού ρυθμού, σταυροειδούς με τρούλο εκκλησίας. Δεν γνωρίζουμε, όμως τίποτε για την μορφή αυτού του μοναστηριού, το μέγεθός του, την αρχιτεκτονική, τα υλικά κατασκευής. Μόνον αποκαΐδια σώζονται σήμερα στα χώματα των θόλων του μοναστηριού. Για την περίοδο όμως, 1614-1815 τα στοιχεία είναι περισσότερα (βιβλία, υλικά κατασκευής, τοπωνύμια, χειρόγραφο Βρυξελλών κ.ά.) ικανά στον αριθμό να διαβεβαιώσουν και να στοιχειοθετήσουν την πορεία του μοναστηριού.
Ένα οχυρό μοναστήρι
Εντελώς διαφορετικά από άποψη στοιχείων είναι τα πράγματα στην τρίτη περίοδο, 1815- σήμερα. Αυτό είναι και το τμήμα που σώζεται και όχι βεβαίως στην αρχική του την μορφή. Τώρα κέντρο λατρείας γίνεται η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου και ένας ακόμη χώρος περισυλλογής και προσευχής, η εκκλησία των Ταξιαρχών. Το καινούργιο μοναστηριακό συγκρότημα περιβάλλεται από λιθόκτιστο τείχος για την προστασία των ενοικούντων σ' αυτό. Αποτελεί το οικοδόμημα ενιαίο σχέδιο και τα χτίσματά του είναι τοποθετημένα σε συνέχεια και σε τρία επίπεδα. Φέρεται ως κτίσμα της Φιλικής Εταιρείας και κάλυψε, ασφαλώς, μεγαλύτερη έκταση απ' ότι το παλαιότερο. Ο χρόνος μας άφησε πολλά, για να διαπιστώσουμε χωρίς αμφιβολία ότι δεν πρόκειται για ένα έργο που έγινε για ειδικό σκοπό, για ένα οικοδομικό συγκρότημα που χρειάστηκε γερή δαπάνη, την οποία δεν μπορούσε να σηκώσει το μοναχικό βαλάντιο του προηγούμενου μοναστηριού.


Η Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟΥ ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
ΚΑΡΑΚΙΤΣΙΟΥ - ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΟΦΙΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΥ


Η αρχαιολογική μελέτη του συγκροτήματος της Ι.Μ. Αγ. Γεωργίου μας οδηγεί σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις : Αρχικά, ως προς την αρχιτεκτονική των τριών ναών και των υπολοίπων κτισμάτων χρησιμοποιείται λίθος της περιοχής, που προέρχεται από την κοίτη Αχελώου, καθώς προφανώς η δυσκολία πρόσβασης στη μονή και η πενία δεν επέτρεπαν τη μεταφορά ξένων δομικών υλικών.
Αξιοπρόσεκτος είναι ο εσωτερικός σοβάς και το ασβεστοκονίαμα ως συνεκτικό υλικό, που περιέχει και τραγόμαλλο, ένα άφθονο υλικό της περιοχής.
Μια επιδερμική παρατήρηση θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως κυριαρχούν η ευθεία γραμμή, χαρακτηριστικό στην αρχιτεκτονική της μεταβυζαντινής περιόδου. Ωστόσο, αν συγκρίνουμε το ναό της Παναγίας με το Καθολικό (και οι δυο είναι μονόχωροι ή μονόκλιτοι). Θα δούμε πως στο πρώτο μνημείο εξωτερικά "σπάει" η ευθεία γραμμή και δίνεται μια πλαστική εντύπωση με τους εξωτερικούς πολυγωνικούς τοίχους των κογχών που "φυτρώνουν" εκτός από Α, στα Β και Ν. Η στέγαση γίνεται με κεράμους εντόπιου κεραμαργειού στα Α, Δ και Ν, ενώ στα Β και στην κόγχη του ιερού είναι τοποθετημένες σχιστόπλακες όπως και στον μεταγενέστερο νάρθηκα.
Ο ναός της Παναγίας - κτίστηκε στα 1614 και η αρχιτεκτονική του βρίσκεται πιο κοντά στο βυζάντιο, εφαρμόζοντας έναν τύπο δόμησης επηρεασμένο από τον αγιορείτικο τύπο, όπου στα Β και Ν αναπτύσσονται κόγχες προορισμένες για τους πολυάριθμους χορούς του Αγίου Όρους.(1) Ξαφνιάζει επίσης ο τρούλος, ο οποίος, ενώ εσωτερικά διαμορφώνεται ως θόλος με την απεικόνιση του Παντοκράτορα, εξωτερικά αποτελεί μια τετράγωνη κατασκευή που ελαφρύνεται με τη χρήση πλίνθων.
Μοιάζει κατά ένα μεγάλο μέρος με μια ανάλογη κυβική κατασκευή στον τρούλο της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης και δίνει στο κτίσμα έναν χαρακτήρα μνημειακό.
Γενικά, οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως η ανωδομή του ναού στηρίζεται σε ημιθόλια και το βάρος διαμοιράζεται στα σφαιρικά τρίγωνα χωρίς τη βοήθεια κιόνων ή πεσσών. Αν και δεν εφαρμόζεται το πλινθοπερίκλειστο ή πλινθοπερίβλητο σύστημα τοιχοδομίας, που έδινε τη δυνατότητα στον κατασκευαστή να "παίζει" με το υλικό του κεντώντας τους τοίχους, στο συγκεκριμένο ναό είναι προσεγμένοι οι δόμοι του, όσο γίνεται πλησιέστερα, στα βυζαντινά πρότυπα.
Κάτω από αυτό το πρίσμα λέμε πως ο ναός της Παναγίας είναι αξιολογότερος αρχιτεκτονικά από το Καθολικό του Αγ. Γεωργίου.
Αυτό, ωστόσο, είναι το μεγαλύτερο δυνατό κτίσμα της τοποθεσίας, αν λάβουμε υπόψη το επικλινές έδαφος, τη δύσκολη προσέγγιση της μονής και την αποκλειστικότητα της χειρωνακτικής εργασίας. Ο αριθμός των κελιών (λιγότερα από δέκα) δεν δικαιολογεί τον μεγάλο χώρο του Καθολικού που αντικατέστησε την Παναγία. Επομένως η μονή θα πρέπει να δεχόταν μεγάλο αριθμό επισκεπτών και προσκυνητών εκτός από τους κατοίκους του Μυρόφυλλου, κάτι που υποδηλώνει την ακτινοβολία της στην πνευματική ζωή της περιοχής. Η αρχιτεκτονική του (δύο αιώνες περίπου μεταγενέστερος της Παναγίας) απομακρύνεται από τη μνημειώδη βυζαντινή παράδοση και αποτελεί μια μονόκλιτη καμαροσκεπή βασιλική, ενώ εξωτερικά οι τοίχοι είναι ευθείς με μόνο στοιχείο τα λιγοστά δίλοβα παράθυρα που δεν επέτρεπαν τον πλούσιο φωτισμό. Η αμφικλινής στέγη είναι καλυμμένη με σχιστόπλακες.
Το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών κτίστηκε στα 1738(2) στον πρώτο όροφο πάνω από τον νάρθηκα της Παναγίας. Μικρός χώρος για τις καθημερινές ακολουθίες των μοναχών. Εξωτερικά φέρει αμφικλινή στέγη, ενώ εσωτερικά τρουλίσκο. Χωράει μόλις και μετά βίας δέκα άτομα, κάτι που ενισχύει την άποψη ότι η μονή είχε πάντοτε μικρή αδελφότητα. Η Παναγία με την Τράπεζα συνδέεται με μια εκπληκτική θολωτή κατασκευή, κάτι σπάνιο και δύσκολο να δομηθεί για την εποχή και για την περιοχή.
Επίσης πρέπει να σημειωθεί η απουσία κωδωνοστασίου, μια που ο ήχος - της καμπάνας αντιλαλεί στα βουνά της περιοχής και ακούγεται πολλά χιλιόμετρα μακριά σε συνδυασμό με τον απαγορευτικό νόμο των Τούρκων.
Προχωρώντας στην αγιογραφία των τριών ναών διαπιστώνουμε την κάλυψη κάθε ελεύθερης επιφάνειας. Γενικά ακολουθούνται οι τρεις κύκλοι στη διάταξη των θεμάτων. Και στους τρεις ναούς στον τρούλο και την κόγχη του ιερού αναπτύσσεται ο δογματικός κύκλος. Συγκεκριμένα, αναφέρουμε ότι ο Παντοκράτορας της Παναγίας είναι πλησιέστερος προς τη βυζαντινή τεχνοτροπία της κρητικής σχολής που κυριαρχεί στη μεταβυζαντινή περίοδο. Στο ιερό βήμα αναπτύσσεται ο λειτουργικός κύκλος και στα υπόλοιπα μέρη ο ιστορικός ή εορταστικός.
Ο ναός της Παναγίας είναι ένα δείγμα βυζαντινής τεχνοτροπίας -, όπου κυριαρχεί η αυστηρή γραμμή, τα επιμήκη σώματα, η εξαΰλωση των προσώπων αφήνοντας μια εντύπωση μυστηριακή και συγκινησιακή. Οι μάρτυρες και τα άλλα πρόσωπα είναι ενδεδυμένα ως αξιωματούχοι της βυζαντινής αυλής. ο αγιογράφος δε φοβάται πέρα από τη μετωπικότητα των ολόσωμων αγίων να αποδώσει τα πρόσωπα σε κατατομή ή κατά τα τρία τέταρτα. Επίσης τολμάει πολύμορφες παραστάσεις, όπως δίνει αρχιτεκτονήματα με την αντίληψη της προοπτικής.
Βέβαια, η βυζαντινή τέχνη την εποχή που μελετούμε (17ος αι.) έχει εκφυλιστεί και αυτό φαίνεται στις δυσανoλoγίες των σωμάτων και των κρανίων.(3) Σε μερικές μορφές - βλέπουμε το πολυσταύριο φελόνιο που γνωρίζουμε ότι εμφανίζεται από τον 12ο αι. και έπειτα.
Η αγιογραφία του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών προηγείται χρονικά του Καθολικού και έπεται της Παναγίας. Βρίσκεται δηλαδή κάπου ενδιάμεσα, περισσότερο όμως πλησιάζοντας αυτή του Καθολικού.
Χαρακτηριστικοί είναι οι φυτικοί διάκοσμοι και ο βυζαντινός δικέφαλος αετός.
Στο Καθολικό κυριαρχούν τα έντονα βυζαντινά χρώματα (πορφυρό, κυανό, ώχρα, καστανό κ.λ.π.).
Αξιοπρόσεκτη είναι η απουσία διάθεσης των Σαμαριναίων ζωγράφων να μιμηθούν στυγνά τη βυζαντινή τεχνοτροπία που συχνά στη μεταβυζαντινή εποχή οδήγησε σε δουλική αποκρυστάλλωση της θρησκευτικής ζωγραφικής. Εδώ αντίθετα, έχουμε ενσαρκωμένη μια ζωντανή λαϊκίζουσα τέχνη (και όχι εκφυλισμένη όπως κάποιοι ειδικοί ισχυρίζονται) που εναρμονίζει δημιουργικά τα δεδoμένα της εποχής στην παλαιά τέχνη της αγιογραφίας. Επομένως δεν πρόκειται για εκφυλισμό και φθορά αλλά για φυσική εξέλιξη μιας τέχνης που αντιπροσωπεύει την εποχή στην οποία ανήκει.
Η έντονη σωματικότητα, τα εκφραστικά ανθρώπινα πρόσωπα (σαν να είναι προσωπογραφίες ανθρώπων της εποχής που έγινε η αγιογράφηση) αποτελούν τα κύρια στοιχεία της.
Επίσης εκπληκτική είναι η τόλμη στην απεικόνιση αρχιτεκτονημάτων με προσπάθεια απόδοσης της τρίτης διάστασης, ζωϊκές μορφές, φυσικά στοιχεία (βράχοι, θάλασσα), για την αναπαράσταση θεμάτων από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη αλλά και τη ζωή της πρώτης Εκκλησίας (για παράδειγμα αγώνας κατά των αιρέσεων).
Σίγουρα οι ζωγράφοι, αν και ανορθόγραφοι απ' ό,τι φαίνεται από τις επιγραφές - των παραστάσεων, δεν πρέπει να ήταν αυτοδίδακτοι, αλλά θα μαθήτευσαν σε κάποιο εργαστήρι. Οφείλουμε να τονίσουμε και την προτίμησή τους στην απεικόνιση και στους τρεις ναoύς του θεσσαλού Αγίoυ Βησσαρίωνα. Οι αγιογράφοι επίσης έχουν χειριστεί με αρκετή επιτυχία τις κοίλες επιφάνειες, για να δώσoυν ένα φυσικό αποτέλεσμα στον θεατή.
Συμπερασματικά, η πυκνή μεταβυζαντινή και λαϊκίζουσα αγιογράφηση των ναών της μoνής αποτελεί μια μοναδική εμπειρία για τον θεατή - προσκυνητή.
Πέρα από τη διδακτική χρησιμότητα προς - παραδειγματισμό των μοναχών ( εξ' ου και θέματα σχετικά με τις αρετές του μοναχού), οι αγιογραφίες ήταν η απεικόνιση του προτεινόμενου χριστιανικού βίου απευθυνόμενες προς κάθε άνθρωπο. ΄Eτσι το μοναστήρι δεν πρέπει να νοηθεί ως χώρος κλειστός και περιορισμένος αλλά ένα κέντρο πνευματικής ακτινοβολίας για την περιοχή. Με άλλα λόγια, κανείς ειδικός ή μη δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι αγιογραφίες έγιναν από ματαιοδοξία των μοναχών.
Αξίζει, τέλος, να τονίσουμε το παράδοξο της αναπαράστασης γυμνών σωμάτων θίγοντας ευαίσθητες περιοχές, όπως η αρματωλότητα των ιερέων και μοναχών, ένα στοιχείο που δεν συμβαδίζει με τους παραδοσιακούς συντηρητικούς θεσμούς της εποχής και το έντονα θρησκευτικό κλίμα.
Σκοπό έχει βέβαια πάντοτε την πνευματική αφύπνιση και εγρήγορση του επισκέπτη. Πρέπει εν κατακλείδι να σχολιάσουμε το σκεπτικό βάσει του οποίου ιδρύθηκε και ανοικοδομήθηκε τέσσερεις φoρές η μονή.(4) Η οχυρωματική διάταξη των κτιρίων δείχνει την προσπάθεια ασφάλισης του συγκροτήματος με υψηλό πύργο στην πλευρά της εισόδου, όπου επίσης διακρίνονται και οι πολεμίστρες, το σπίτι του φύλακα σκύλου που προειδοποιούσε, καθώς και η θήκη στο ταβάνι της εισόδου απ' όπου χυνόταν καυτό λάδι στον εχθρό.
Πολλές έξοδοι κινδύνου και κρύπτες μπορούσαν να διευκολύνουν τους ενοίκους σε οποιοδήποτε σημείο και να βρισκόταν και από οποιοδήποτε σημείο και αν δεχόταν επίθεση.
Τελειώνοντας τονίζουμε την επιτακτική ανάγκη συντήρησης των τοίχων, κυρίως του ναoύ της Παναγίας που αποτελεί ένα από τα παλαιότερα κτίσματα του ορεινού όγκου της Δυτικής Θεσσαλίας, καθώς και όλων των αγιογραφιών που χάνονται μέρα με τη μέρα.
Σε δεύτερο επίπεδο προτείνουμε την ανακατασκευή - αναπαλαίωση του αρχικού σχεδίου του συγκροτήματος τόσο των κύριων εγκαταστάσεων όσο και του περίγυρου, δίνοντας προσοχή στη διατήρηση του οχυρωματικού σχεδιασμού. ΄Eπειτα η λειτουργία της μoνής μπορεί να γίνει εφικτή και ουσιαστική, όπως κάποτε φαίνεται πως ήταν.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
σ1. Βλ. Καλοκύρη Κωνσταντίνου, Εισαγωγή εις την χριστιανικήν και βυζαντινήν αρχαιολογίαν, σ. 107 113.
2. Βλ. Καρακίτσιος Ελευθέριος, Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Μυροφύλλου. Μυρόφυλλον (Μερόκοβον) Τρικάλων (από προ Χριστού έως το 1.900 μ.χ.), σ.211.
3. Βλ. DeΙvοye CharΙes, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Αρχαιολογία, σ. 340.
4. Βλ. Καρακίτσιος, ό.π. σ. 235.

  • εικόνες του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου :





  • οι τοιχογραφίες στο εξωτερικό μέρος της Μονής του Αγίου Γεωργίου (στη σημερινή τους μορφή):






Βίντεο για το Μοναστήρι
Το Μοναστήρι(του Δημήτρη Ράπτη)
Το Μοναστήρι (του Μίμη Οικονόμου)
 

Το χωριό μας